Ο Βασιλιάς της Ασίνης

Ο Βασιλιάς της Ασίνης

ένα ποιήμα του Γ. Σεφέρη

από το ¨Ημερολόγιο Καταστρώματος¨

 

Μυκηναϊκό ειδώλιο από την Ασίνη, γνωστό ως ο «άρχων της Ασίνης» (12ος αιώνας π.Χ.)

Το παραπάνω πήλινο μυκηναϊκό κεφάλι το οποίο ονομάζεται ο “Βασιλιάς της Ασίνης”, αποτέλεσε την έμπνευση του νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη για τη δημιουργία του ομώνυμου ποιήματος, που έκανε γνωστή την Ασίνη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης

Ἀσίνην τε…
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγονιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.

Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
«Ἀσίνην τε… Ἀσίνην τε…»
καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.

Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.

Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνάρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς
τὶς ἀκμὲς τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πίκρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.

Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας
κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στὸ φῶς σὰν τὴ σαΐτα πάνω στὸ σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε…». Νἄ ῾ταν αὐτὴ ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης
ποὺ τὸν γυρεύουμε τόσο προσεχτικὰ σὲ τούτη τὴν ἀκρόπόλη
ἀγγίζοντας κάποτε μὲ τὰ δάχτυλά μας τὴν ὑφή του πάνω στὶς πέτρες.

 

Ἀσίνη,

καλοκαίρι ῾38 – Ἀθήνα, Γεν. ῾40

Ποιος άραγε να ήταν αυτός ο περιβόητος βασιλιάς που ο Σεφέρης του αφιέρωσε ένα ποίημάτου; Ξεχασμένος απ’ όλους και τελείως άγνωστος. Μόνο ο Όμηρος τον αναφέρει στην Ιλιάδα του όταν απαρριθμεί τους βασιλειάδες που συμμετείχαν στην μυθική εκστρατεία των Αχαιών: “Ασίνην τε” και τίποτ’ άλλο. Κι όμως υπήρξε βασιλιάς κάποιου λαού κατά τους Μυκηναικούς χρόνους, με τα μεγαλοπρεπή ανάκτορά του, τον χρυσοποίκιλτο θρόνο του, ασφαλώς κάποια βασίλισσα, το στρατό και το στόλο του, τους αυλικούς, τις αυλητρίδες του και την απέραντη εξουσία στο λαό του.

 Τι απέμεινε απ’ όλη αυτή τη δύναμη, τη δόξα και τη μεγαλοπρέπεια; Τα χαλάσματα του κάστρου της πολιτείας του μόνο και ο βασιλιάς ο ίδιος ένα κενό. “Τα παιδιά του αγάλματα, τα καράβια του αραγμένα σε άφαντο λιμάνι, κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών”, λέει ο ποιητής.
Η ματαιότητα της ζωής και της εφήμερης παρουσίας μας στη γη, περιγράφεται από τον Σεφέρη σ’ αυτό του το ποίημα. Πού είναι ο βασιλιας της Ασίνης; Τί απομένει από κάθε ζωντανό πλάσμα τελικά; Ένα απέραντο κενό και μια στιφή θλίψη, μαζί με την υπαρξιακή μας αγωνία.
Στό αρχείο Σεφέρη βρέθηκαν έξι” σχεδιάσματα ” του “βασιλιά της Ασίνης”-(Ημερολόγιο Καταστρώματος Α)- πού γράφτηκαν μεταξύ 1938 και 1940.
“σχεδίασμα πρώτο”
Ο Βασιλιάς της Ασίνης
Οι ραψωδοί δεν ήρθαν ως εδώ οι τραγικοί με ξέχασαν κι έπειτα
ήταν αργά για τα βουκολικά και τα ειδύλλια.
Οι άνθρωποι της Σίβυλλας με σμαραγδένια μάτια
με πηγαδίσια φωνή και με κόκκινα προσωπεία
προτίμησαν τους γειτονές μου:τίς Μυκήνες ,το Αργος
άνομες γυναίκες,βασιλιάδες φονικούς,κληρονομώντας το αίμα
σαν κόκκινη κλωστή πού δεν μπορεί να σπάσει.
Οι πέτρες μου – εξω από τον καιρό,κι ο γιαλός μου
ο μακρύς γιαλός μου βράδυ κι αυγή μονότονος
με τον άφθαρτο κυματισμό των κυμάτων-
εξω από τον καιρό-έξω από τον ρυθμό σωμάτων
τυφλών: ιστορίες της Κλυταιμνήστρας η του Θυέστη,
σάρκες κουρασμένες,σκοτωμένη η ζωή
μ άυτήν εζήσαν κι οι ψυχές κατέβηκαν στον Αδη
τσιρίζοντας λιγνά σπασμένα ,σα νυχτερίδες
κι η δικαιοσύνη γεννούσε την αδικία,στόν αιώνα.
Πήρα τον άλλο δρόμο τον απάνθρωπο.
Αρνήθηκα τα θυμωμένα χέρια,τα χείλια τα υγρά,τα δάκρυα
και τη λύσσα της ύπαρξης με σώματα παράφορα
τη φρίκη του ήλιου όταν πεθαίνει το παλικάρι
τη φρίκη της νύχτας σαν η γυναίκα γεννά
άπλωσα την ψυχή μου σ ένα μεγάλο κύκλο αδειανό
δεν ένιωθα τίς πέτρες, ηξερα πώς εκείνες με νιώθουν
δεν έβλεπα τ άστέρια,ήξερα πώς εκείνα με βλέπουν
κι η θάλασσα σκιρτούσε γύρω στη σάρκα μου.
Ημουνα το κενό πού εχτρεύεται η φύση
και πονέσαν άνθρωποι πολλοί εξαιτίας μου.
Σα δε γυρεύεις τίποτε γίνεσαι παράξενα σκληρός.
Ωστόσο μια φορά…….
Τα σχεδιάσματα σχολιάζονται αναλυτικά από τον Γ.Γιατρομανωλάκη στο βιβλίο του
“Ο Βασιλιάς της Ασίνης”,η ανασκαφή ενός ποιήματος,Αθήνα ,εκδόσεις στιγμή 1986.,καθώς και οι λόγοι πού οδήγησαν τον ποιητή να ψάχνει την τελική μορφή του ποιήματος 2 χρόνια.
Tagged ,