Διήγημα

Ναύπλιο 1868

Κατά τις 2 το απόγευμα επιβιβάσθηκε (στο Άργος) σε μια από τις δημόσιες άμαξες που πήγαιναν στο Ναύπλιο. Επτά χιλιόμετρα από το Άργος και τριάμισι από το Ναύπλιο κατέβηκα στο κάστρο της Τίρυνθας…

… Συνέχισα το ταξίδι μου μόνος και πεζός προς την κατεύθυνση του Ναυπλίου, ελληνικά : Ναυπλία, ιταλικά Napoli di Romagna. Σε μια ώρα έφτασα έξω από την πύλη της πόλης, πάνω στην οποία και σήμερα βλέπει κανείς το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου. Στο δρόμο προς το πανδοχείο πέρασα από μερικές βρύσες με τούρκικες επιγραφές απ’ όπου συμπεραίνει κανείς ότι οι βρύσες αυτές φτιάχτηκαν τον 12ο αιώνα μετά την Εγίρα. Το ατμόπλοιο μόλις είχε φύγει για τον Πειραιά κι έτσι έπρεπε να περιμένω μια εβδομάδα για το επόμενο δρομολόγιο…

… Ο ψηλός, απότομος και μοναχικός βράχος έξω από το Ναύπλιο ονομάζεται ακόμα και σήμερα Παλαμήδι. Πάνω στην κορυφή του, που υψώνεται 240 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, βρίσκεται ένα μεγάλο φρούριο κτισμένο από τους Ενετούς. Το φρούριο αυτό είναι απ’όλες τις πλευρές απροσπέλαστο εκτός από ένα σημείο ανατολικά όπου ο βράχος καταλήγει σε μια σειρά από λόφους. Επειδή φαίνεται ότι είναι απροσπέλαστο ονομάζεται «Ελληνικό Γιβραλτάρ». Μετά από μια μακρόχρονη πολιορκία παραδόθηκε στους Έλληνες μόνο αφού η Τουρκική φρουρά είχε σχεδόν ολόκληρη αποδεκατιστεί από τη πείνα. Το φρούριο είναι γερό αλλά σε κακή κατάσταση. Η φρουρά αποτελείται τώρα μόνο από 300 στρατιώτες.

Έχοντας την άδεια του στρατηγείου του Ναυπλίου μου έδειξαν κάθε σπιθαμή του φρουρίου. Με οδήγησαν και στην αυλή της φυλακής όπου είχαν περιφράξει ένα μέρος για να μπορούν οι φυλακισμένοι, μια φορά την ημέρα και εκ περιτροπής, να παίρνουν καθαρό αέρα.

Ήταν 5 το απόγευμα και όλοι οι φυλακισμένοι είχαν κάνει τον περίπατό τους, εκτός από πέντε, τους οποίους είδα να περπατάνε σε ένα τμήμα της αυλής. Κινούνταν με κόπο επειδή έσερναν στα πόδια τους βαριές αλυσίδες. Η άγρια εμφάνισή τους κίνησε το ενδιαφέρον μου και πλησίασα την περίφραξη για να τους δω καλύτερα. Οι πέντε άνδρες με πλησίασαν κι αυτοί και με μια βαθιά υπόκλιση με ρώτησαν εάν μπορούσα να τους δώσω ένα ελληνικό βιβλίο ή τουλάχιστον μια ελληνική εφημερίδα. Συμπτωματικά είχα μαζί μου ένα τόμο με τα ποιήματα του Αλέξανδρου Σούτσου. Τους έδωσα το βιβλίο αυτό ως δώρο και τους συμβούλευσα να το μάθουν όλο απέξω. Εκδηλώνοντας τη μεγάλη χαρά τους το δέχτηκαν, αλλά πόσο μεγάλη ήταν η έκπληξη μου όταν είδα ότι κρατούσαν το βιβλίο ανάποδα. Δεν εκτίμησα ιδιαίτερα τις γνώσεις τους και ρώτησα αν ξέρουν να διαβάζουν. Μου απάντησαν «Ουδέ γράμμα».

Μα τί θέλετε τότε το βιβλίo; «Θέλουμε να μάθουμε να διαβάζουμε», απάντησαν. Παρόλο που δεν κατάλαβα πως θα επιχειρούσαν να μάθουν ανάγνωση από ένα τυπωμένο βιβλίο απ΄το οποίο δεν καταλάβαιναν «ουδέ γράμμα» δεν θέλησα να συνεχίσω τις ερωτήσεις μήπως πιστέψουν ότι ήθελα να τους πάρω το βιβλίο.

Γι’ αυτό οδήγησα τη συζήτηση σε ένα άλλο θέμα και τους ρώτησα γιατί βρίσκονται στη φυλακή. Μου απάντησαν «Ορκιζόμαστε ότι βρισκόμαστε εδώ ενάντια στη θέλησή μας. Είμαστε εντελώς αθώοι γιατί είμαστε απλώς ειρηνικοί βοσκοί και δεν πειράξαμε ποτέ κανένα».

Μα δεν φυλακίζουν τίμιους ανθρώπους, τους είπα. Πρέπει να έχετε προσβάλει βαριά την ανθρώπινη κοινωνία για να σας εκδικείται τόσο φρικτά. «Κάνανε λάθος» ,είπαν, «πίστεψαν ότι ήμασταν ληστές στα βουνά, ενώ εμείς βοσκούσαμε τα κοπάδια μας». Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις τους ότι η ζωή τους ήταν πάντα άμεμπτη δεν τους πίστεψα και πολύ και απομακρύνθηκα με τη συμβουλή να μελετήσουν καλά το βιβλίο.

Από τον αξιωματικό που με ξεναγούσε έμαθε ότι αυτοί οι πέντε άνδρες ήταν ξακουστοί ληστές που είχαν κάνει ένα σωρό φόνους, γι’αυτό και όλοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο και σε μερικές μέρες θα αντίκριζαν το τέλος τους.

Ε. ΣΛΗΜΑΝ

Ιθάκη, Πελοπόννησος και Τροία, Αρχαιολογικές εξερευνήσεις, Λειψία 1869

Από το βιβλίο Ναύπλιο μια πόλη στη λογοτεχνία, Θ. Γκόνης εκδόσεις Μεταίχμιο.