Παναγής Καββαδίας, ο αρχαιολόγος που ξεκίνησε τις ανασκαφές στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου

Στην αυλή των θαυμάτων της Επιδαύρου

Η ιστορία του Κεφαλλονίτη αρχαιολόγου Παναγή Καββαδία,

που αποκάλυψε και ξεκίνησε τις ανασκαφές στο αρχαίο θέατρο

Της Γιουλης Επτακοιλη

Πηγή Καθημερινή

 

Το 1881, με οκτακόσιες δραχμές στην τσέπη -κονδύλι που του είχε εγκρίνει η Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία- ο Παναγής Καββαδίας, ένας Κεφαλονίτης αρχαιολόγος, σπουδαγμένος στη Γερμανία, ξεκίνησε τις ανασκαφές στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.

Είχε ήδη προηγηθεί μια αποτυχημένη ανασκαφή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Γι’ αυτόν τον εξαιρετικά σημαντικό αρχαιολόγο, στον οποίο οφείλεται η αποκάλυψη του θεάτρου σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του, ελάχιστα γνωρίζουν ακόμη και σκηνοθέτες ή ηθοποιοί με μεγάλη θητεία στην Επίδαυρο, πόσω μάλλον οι επισκέπτες που προσπερνούν αδιάφορα την προτομή του στον προαύλιο χώρο του Μουσείου της Επιδαύρου.


Το έργο, τον βίο και την πολιτεία του Παναγή Καββαδία έρχεται τώρα να φωτίσει το βιβλίο «Η ανασκαφή στο ιερό. Στην αυλή των ονείρων και των θαυμάτων» που με κόπο, επιμονή και πολύχρονη έρευνα, εξέδωσε ο γεννημένος στην Επίδαυρο δημοσιογράφος Βασίλης Καββαθάς. Τα ντοκουμέντα της δημοσιογραφικής έρευνας είναι πολλά και ποικίλα. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι ημερολογιακές σημειώσεις του Παναγή Καββαδία καθώς και οι ετήσιοι απολογισμοί των κορυφαίων παραγόντων της Αρχαιολογικής Εταιρείας, που δίνουν σαφή την εικόνα του εγχειρήματος, σε μια εποχή που η Ελλάδα αναζητεί την ταυτότητά της στα ερείπια των αρχαιολογικών χώρων. Οι χρονικογράφοι της εποχής, εδώ και στο εξωτερικό, σκιαγραφούν την «αποκάλυψη» του αιώνα σε σχέση με τη μετεπαναστατική περίοδο που διανύει η Ελλάδα των «μεγαλειοτάτων», από τον Όθωνα και τους Βαυαρούς του έως τον Γεώργιο και τους πριγκιποδιαδόχους του.

«Τυραννίσκος»

«Μέχρι την ανακάλυψη του Καββαδία», μας εξηγεί ο Β. Καββαθάς, «κανείς στον κόσμο δεν ήξερε ότι τα αρχαία θέατρα έχουν στρογγυλή ορχήστρα, πίστευαν ότι η ορχήστρα έχει σχήμα πετάλου. Αυτός ήταν ο θρίαμβός του, έτσι πήρε μεγάλη διασημότητα, έτσι, όμως, φούσκωσε και από αλαζονεία». Ο Βασίλης Καββαθάς στέκεται πολύ και σε δύο άλλα σημεία. Στο ότι ο αρχαιολόγος ήταν άγνωστος ακόμη και στους συντοπίτες του, αλλά και στην αντιφατική και αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του.

«Στην αρχαιολογική εταιρεία τον φώναζαν τυραννίσκο», λέει ο Β. Καββαθάς. «Όταν κέρδισε δόξα, άρχισε να έχει πολλές σχέσεις με το παλάτι. Και ό,τι απόφαση έπαιρνε, ήταν με την επιρροή του παλατιού. Το 1909 με την επανάσταση του Γουδί, ο πιο αδυσώπητος εχθρός του, ο κορυφαίος νομισματολόγος Ιωάννης Σβορώνος, ο οποίος είχε πολύ καλές σχέσεις με τους αξιωματικούς, ο πρώτος άνθρωπος που θα ήθελε να πλήξουν στο πλαίσιο της κάθαρσης στον δημόσιο τομέα ήταν ο Καββαδίας. Μάλιστα, μια εφημερίδα της εποχής είχε κυκλοφορήσει άρθρο με τίτλο “Ανάγκη Ειλικρίνειας”, όπου μεταξύ άλλων έγραφε “πρέπει να ξεβρωμίσει ο τόπος απ’ αυτού του είδους τα υποκείμενα”. Η μεταξύ τους έχθρα προέκυψε επειδή ο Καββαδίας ως έφορος αρχαιοτήτων, θέση που είχε πάρει παράλληλα με την ανασκαφή στην Επίδαυρο, έκανε οικονομικούς ελέγχους στο Νομισματικό Μουσείο όπου διευθυντής ήταν ο Ιωάννης Σβορώνος. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τον Καββαδία να φύγει στο εξωτερικό. Εκεί, άρχισε να αντιμετωπίζει βιοποριστικό πρόβλημα.

»Αργότερα, έγραψε γράμμα στον βασιλιά, λέγοντάς του ότι έχει θέμα επιβίωσης, και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ανέλαβε πάλι γενικός γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας και ξανακατέβηκε στην Επίδαυρο. Το τέλος της ζωής του δυστυχώς δεν ήταν καλό. Αρχισε να παραλογίζεται. Περπατούσε στο θέατρο και μιλούσε μόνος του. Πέθανε το 1928, ετάφη εκεί, του έβαλαν και μια προτομή και “καθάρισαν” μαζί του εν συντομία».

Αντίθετες απόψεις

Το πόσο αμφιλεγόμενος ήταν προκύπτει και από τη διαμετρικά αντίθετη γνώμη που είχαν γι’ αυτόν δύο καθηγητές στους οποίους κάποια στιγμή ο βασιλιάς ζήτησε να εκφραστούν για τον Καββαδία. Ο ένας είπε «πρόκειται για τον σημαντικότερο καθηγητή του κόσμου», και ο άλλος του απάντησε πως «είναι ο μεγαλύτερος ξυλοσχίστης της Ελλάδας». Ούτε όμως ο Τύπος της εποχής ήταν καλός μαζί του. Αντιθέτως τον πολέμησε. Ειδικά ο «Χρόνος» τον κατηγόρησε ακόμη και ως κοινό απατεώνα. Είναι χαρακτηριστικό πως μόνο δύο άνθρωποι στην Ελλάδα έγραψαν κάτι θετικό για τον Καββαδία: ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και ο Παύλος Νιρβάνας.

Ως γραμματέας της Αρχαιολογικής εταιρείας, ο Παναγής Καββαδίας έδειξε μεγάλη δραστηριότητα για την αύξηση των εσόδων της, τις ανασκαφές και τις αναστηλώσεις, τη φροντίδα για τα βυζαντινά μνημεία και την οικοδόμηση μουσείων στις επαρχίες, τον διορισμό του προσωπικού. Οι σπουδαιότερες ανασκαφές του είναι του Ιερού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, της Κεφαλληνίας και της Ακρόπολης, όπου σε λίγα χρόνια έσκαψε πλήρως τον Βράχο και αποκάλυψε πλήθος αρχαίων που κοσμούν σήμερα το Νέο Μουσείο Ακρόπολης.

«Επίδαυρος, το μεγάλο ρεπορτάζ της ζωής μου»

Για τον Βασίλη Καββαθά, ο τόμος αυτός είναι ρεπορτάζ ζωής. «Έκανα την καριέρα μου -περίπου πενήντα χρόνια δημοσιογραφικής δουλειάς- και θεώρησα ότι όλο αυτό ήταν μια σπουδή. Μια προετοιμασία για το μεγάλο ρεπορτάζ της ζωής μου, την Επίδαυρο. Με απώτερο στόχο να μπορέσω να φτιάξω μια στιγμή μια εξειδικευμένη βιβλιοθήκη – πινακοθήκη, με όλα τα ντοκουμέντα που έχω στα χέρια μου, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να μπαινοβγαίνει σ’ αυτό το θέατρο: από το 1954 που είδα την πρώτη παράσταση της ζωής μου στην Επίδαυρο, τον Ιππόλυτο του Ροντήρη. Την Επίδαυρο τη συναντούσα παντού στη ζωή μου, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, διότι παντού βρήκα έναν Ορέστη, μια Αντιγόνη, μια Ηλέκτρα. Κανένα πανεπιστήμιο δεν με βοήθησε όσο με βοήθησαν ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης. Όταν συνειδητοποίησα λοιπόν τι είναι αυτό το πράγμα που λέγεται Επίδαυρος, άρχισα να σκέφτομαι ότι εδώ πρέπει να κάνω το διδακτορικό μου».

Αυτός ο λαός, ο παροντιστής, θα νιώση ποτέ τον ανασκαφέα;

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ανακαλεί στη μνήμη του τον Παναγή Καββαδία, με μια επιφυλλίδα του δημοσιευμένη στο Ελεύθερο Βήμα της 30ής Οκτωβρίου 1938. Από εκεί το παρακάτω απόσπασμα.

«Τύπος βουλητικός κυριαρχικός, δεν εννοούσε να χαρίσει τόσο δα στους αντιπάλους του, ούτε στη λήθη. Επειτα μας ενδιαφέρει για την καχυποψία που φανερώνει όσον αφορά τους συμπατριώτες του. Επίστευε κι ο Καββαδίας πως οι Ελληνες δεν έχουν μνήμη.

“Αυτός ο αντιπαρελθοντικός λαός, σκέφτηκε, ο παροντιστής, ο φουτουριστής, θα θυμηθή ποτέ τις πέτρες μου, το σκύψιμό μου στις επιγραφές, τις λαχτάρες μου όταν παρακολουθούσα τη σκαπάνη κι έψαχνα τη γη και το χρόνο, καθώς κάνουν σωματική έρευνα τον λωποδύτη, για να βρουν στις τσέπες του τα κλεμμένα και τα καταχωνιασμένα; Θα καταλάβουν οι ερχόμενοι ένα τόσο δα από τη μέθη που μας έχει πιάσει εμάς τους κλασσικιστάς, απ’ αυτή τη θεία τρέλλα να βλέπωμεν διαρκώς στην ελληνική γη κλοπές, καταχρήσεις, αποκρύψεις γεγονότων και αριστουργημάτων; Θα νιώση ποτέ τον ανασκαφέα; Τον άνθρωπο που ξαναφέρει τις Κόρες στον ήλιο της Αθήνας, με τα στολίδια τους, με το τοξωτό χαμόγελο, με τα χρώματά τους, με την θρησκευτική τους ακαμψία; Θα θυμηθή ποτέ εμάς τους ιστορικούς της πέτρας από τον Πιττάκη, που πολιορκούμενος μέσα στην Ακρόπολη παρακαλούσε τους Τούρκους να μη πυροβολούν στα αρχαία, ώς εμένα και τον Τσούντα, ώς τους μαθητάς μας, αυτόν τον ιερό λόγο των παρελθοντιστών Ελλήνων, τον οπλισμένο με τις σκαπάνες που ορμά στα σκοτάδια της ιστορίας κι ακόμα στο ζόφο της προϊστορίας; Πολύ αμφιβάλλω.

»Κι επειδή οι συμπατριώτες μου δεν έχουν μνήμη, λαμβάνω τα μέτρα μου. Δημοσιεύω στην Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης όλες μου τις αρχαιολογικές πράξεις και όλα όσα οι ξένοι αρχαιολόγοι έγραψαν για με, ώστε να γίνουν κι αυτά μέρος αναπόσπαστο της ιστορίας της ελληνικής τέχνης”».