“Η Επίδαυρος εφ’ όλης της Ύλης”

“Η Επίδαυρος εφ’ όλης της Ύλης”

Μια Έκθεση του Βασίλη Καββαθά

Η ιστορία του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου σε μια μοναδική έκθεση

ekthesi epidayros

Του Δημήτρη Γκιώνη

 Εφημερίδα των Συντακτών

 

Πριν από 132 χρόνια (1881) το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ήταν, επί αιώνες, θαμμένο κάτω από δέντρα, θάμνους και χώματα –πιθανότατα από σεισμούς και κατολισθήσεις– και, φυσικά, την εγκατάλειψη και την άγνοια. Ωστόσο, η «ταφή» αυτή είχε αποτέλεσμα να διασωθούν από τις λεηλασίες των βαρβάρων ανεκτίμητοι θησαυροί.

 

Ηταν, λοιπόν, το 1881, όταν ένας νέος αρχαιολόγος, ο Παναγής Καββαδίας (1849-1928), γερμανοσπουδασμένος, με γνώσεις και μεράκι, άρχισε, με εντολή και οικονομική ενίσχυση της Αρχαιολογικής Εταιρείας, διά του προέδρου της Ευθύμιου Καστόρχη, την ανασκαφή. Ενεργοί συμπαραστάτες, μόλις κατάλαβαν τι θησαυρό κρύβει η γη τους, οι κάτοικοι του Λυγουριού, αρκετοί από τους οποίους, πέρα από την προσωπική τους αφιλοκερδή εργασία, πρόσφεραν τα κτήματά τους, που βρίσκονταν κοντά στον αρχαιολογικό χώρο.

epidauros_ekthesi

Η αποκάλυψη

 

Και το θαυμαστό δημιούργημα της αρχαιότητας, χωρητικότητας 13.000 θεατών, άρχισε να αποκαλύπτεται. Είναι το θέατρο που, κατά τον Παυσανία, έκτισε ο Αργείος Πολύκλειτος ο νεότερος, μεταξύ 340-330 π.Χ., αρχικά για την ψυχαγωγία των ασθενών του παρακείμενου Ασκληπιείου – που και αυτό, μαζί με άλλες αρχαιότητες (Θόλος, Αβατον κ.ά.), με την πρόοδο των ανασκαφών, αποκάλυψε η σκαπάνη.

 

Και, μ’ ένα σάλτο στον χρόνο, με τις άλλοτε συνεχιζόμενες, άλλοτε διακοπτόμενες για διάφορους λόγους, εργασίες, φτάνουμε στο 1938, οπότε δίνεται η πρώτη σύγχρονη παράσταση αρχαίας τραγωδίας, η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, με πρωταγωνίστριες την Κατίνα Παξινού και την Ελένη Παπαδάκη. Δεκαέξι χρόνια αργότερα (1954) κάνει έναρξη το Φεστιβάλ Επιδαύρου, που συνεχίζεται ώς τις μέρες μας.

 

Αυτά (τα λίγο – πολύ γνωστά) συνοπτικά, με αφορμή την έκθεση «Η Επίδαυρος εφ’ όλης της ύλης», που άνοιξε στις 11 Ιουνίου και θα διαρκέσει ώς τις 28 Ιουλίου στο φιλόξενο Ιδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» (Πειραιώς 206, Ταύρος), με τη συμπαράσταση του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ. Μια άκρως ενδιαφέρουσα έκθεση –έργο ενός ανθρώπου, του δημοσιογράφου, συγγραφέα, εικαστικού και συλλέκτη, ταμένου, θα έλεγα, στην Επίδαυρο (Επιδαύριος άλλωστε κι ο ίδιος), Βασίλη Καββαθά, που, ας προστεθεί, δεν έχει χάσει καμιά παράσταση των Επιδαυρίων από το 1954 κι εντεύθεν.

 

Σπάνιες εκδόσεις βιβλίων, αφίσες, προγράμματα των παραστάσεων, πίνακες ζωγραφικής, γκραβούρες, ακουαρέλες, ξυλογραφίες και χαλκογραφίες ξένων καλλιτεχνών και περιηγητών, καθώς και φωτογραφίες επιδαύριας θεματολογίας –όλα από το προσωπικό αρχείο του Καββαθά-, συνθέτουν το εκτιθέμενο υλικό, που στοχεύει στη δημιουργία μιας Πινακοθήκης–Βιβλιοθήκης στην Επίδαυρο.

 

Η έκθεση συνοδεύεται με συζητήσεις και συνεντεύξεις του Βασίλη Καββαθά με πανεπιστημιακούς, θεατρολόγους, ηθοποιούς κ.ά.

 EPIDAYROS-festival-1968b-Arxeio-V.K.-1

Ο αρχαιολόγος

 

Την ημέρα της έναρξης της έκθεσης, ο Καββαθάς, αντί επίσημων εγκαινίων και συναφών εκδηλώσεων, αφηγήθηκε στο κοινό μια άγνωστη εν πολλοίς ιστορία για την επιδαύρια περιπέτεια του αρχαιολόγου Παναγή Καββαδία, καταγραμμένη στο ογκώδες πόνημά του «Ανασκαφή στο Ιερό – στην αυλή των ονείρων και των θαυμάτων», όπου περιλαμβάνεται ο βίος και η πολιτεία του ανασκαφέα, που έφερε στην επιφάνεια το ωραιότερο, κατά γενική ομολογία, θέατρο του κόσμου. Γράφει ο ίδιος ο Καββαδίας στο βιβλίο του «Το Ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο: «Με την ανασκαφή του θεάτρου αυτού μάθαμε επακριβώς τη μορφή του αρχαίου θεάτρου και κυρίως της ορχήστρας, για την οποία μέχρι τότε είχαμε εντελώς λανθασμένη εικόνα». Και αυτό επειδή «παρέμεινε αμετάβλητο και άθικτο, όπως το είχε οικοδομήσει ο Πολύκλειτος».

 

Πολυσχιδής προσωπικότητα ο Καββαδίας, δεν δούλεψε μόνο στην Επίδαυρο, αλλά και σε άλλους αρχαιολογικούς χώρους: Παρθενώνα, Δήλο κ.α. Σε αναγνώριση του έργου του, εκτός από καθηγητής Αρχαιολογίας έγινε ακαδημαϊκός, γενικός έφορος Αρχαιοτήτων, γενικός γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας και διοργανωτής του Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου της Κλασικής Αρχαιολογίας τον Μάρτιο του 1905 στην Αθήνα.

 

Η πολυπραγμοσύνη όμως αυτή, συν την αυταρχικότητα και την αλαζονεία που τον χαρακτήριζαν, είχαν αποτέλεσμα, έπειτα από συκοφαντίες και διαβολές, την απομόνωσή του. Εκ των υστέρων, όμως, αναγνωρίστηκε η προσφορά του. «Μεγάλη μορφή της ελληνικής αρχαιολογίας» τον έχει αποκαλέσει ο νυν γεν. γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας και ακαδημαϊκός Β. Χ. Πετράκος, ενώ ο Βασίλης Καββαθάς τον αποκαλεί «μέγα άρχοντα της αρχαιολογίας».

 

Ο τάφος του βρίσκεται μπροστά από το Μουσείο Επιδαύρου, όπου και η προτομή του.