ΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1862

ΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ 1862

Μια περιγραφή του Γάλλου καθηγητή Αιμίλιου Γκεμπάρ, καθηγητή του Πανεπιστημίου των Παρισίων.

 

Ο Γάλλος καθηγητής βρέθηκε στην Ελλάδα την εποχή της “μεταπολίτευσης” του 1862, στην έξωση του Όθωνα. Οι αναμνήσεις του δημοσιεύτηκαν σε βιβλίο, και τον καθιστούν  αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που αφορούν την έξωση του Όθωνα αλλά και των τεκταινόμενων στην πόλη μας.

Τρεις ημέρες μετά την αναχώρηση του Όθωνα και της Αμαλίας από την Αθήνα για περιοδεία στην Πελοπόννησο,  ο Γάλλος καθηγητής επισκέπτεται το Ναύπλιο για αρχαιολογικές μελέτες στην Τίρυνθα.

Επιβιβάσθηκε στο πλοίο “Πανελλήνιο” απ΄τον Πειραιά. Εκεί γνωρίζετε με Ναυπλιώτες φοιτητές που έρχονταν στο Ναύπλιο. Σαν νέοι και πιό θερμοί, μιλούν για Δημοκρατία και εκφράζονται με τα καλύτερα λόγια για τον Κων. Κανάρη.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας το πλοίον “Πανελλήνιον”, φθάνει στο λιμάνι του Ναυπλίου.

“Το Ναύπλιον είναι μια μικρή αλλά γραφική πόλη περιτειχισμένη, και θυμίζει πολύ την μεσαιωνική Φλωρεντία. Η μικρή, πλατανόφυτη, “Πλατεία Συντάγματος” με τον ενετικό στρατώνα συγκεντρώνει κάθε απόγευμα, τον περισσότερο καλό κόσμο. Βρήκα ένα σχετικώς καλό ξενοδοχείο ο διευθυντής του οποίου είχε το όνομα του αρχιστρατήγου του Τρωϊκού πολέμου, Αγαμέμνωνα. Και περηφανεύεται για αυτό στους ξένους”

“… Μόλις νύχτωσε μετά το δείπνο, κατέβηκα στην πλατεία. Με περίμεναν εκεί, οι φίλοι μου, οι Ναυπλιώτες φοιτητές. Όλα ήταν φωταγωγημένα με… ρετσινιές: οι δρόμοι, η πόλη, το Παλαμήδι, το Ιτσ Καλέ. Το Ναύπλιο ήταν γεμάτο από χαρούμενο κόσμο. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, οι γυναίκες γελούσαν, οι παπάδες φαίνονταν καλοφαγωμένοι. Έκπληκτος για αυτή την πανηγυρική ατμόσφαιρα, ρώτησα τί συμβαίνει.

  • Ελευθερωθήκαμε, απαντούσαν οι ενθουσιώδεις φοιτητές. Διώξαμε τον τύραννο. Σχηματίσθηκε Κυβέρνηση Κανάρη.(Προσωρινή κυβέρνηση από την τριανδρία Κ. Κανάρη, Δημ. Βούλγαρη και Μπενιζέλο Ρούφπο). Μας το τηλεγράφησαν από την Αθήνα. Αφού εισαι Γάλλος, έλα να χαρείς μαζί μας.

Όλοι μαζί, περπατήσαμε στα στενά σοκάκια του Ναυπλίου, φωνάζοντας:

  • Ζήτω η Ελευθερία!  Ζήτω ο Κανάρης!

Και ο Εμίλ Γκεμάρ, συνεχίζει:

“Ένα πρωί, ξαφνιάστηκα από τις καμπάνες της γειτονικής μου εκκλησίας, οι οποίες χτυπούσαν σαν τρελές και με έκαναν να τρέξω στο παράθυρο του ξενοδοχείου.

Πολύς κόσμος και προπάντων όλα τα χαμίνια και τα παιδιά του Ναυπλίου, κρατώντας αναμμένα κεριά περνούσαν ψέλνοντας την νεκρώσιμη ακολουθία. Ακολουθούσε ο στρατός και ο υπόλοιπος κόσμος.

Κατέβηκα στο δρόμο και έτρεξα να ανακατευτώ με αυτή την ανθρωπομάζα. Τη στιγμή που η ψευτο-λιτανεία έφθασε στο στρατώνα, σταμάτησε και άφησε δρόμο να περασουν μερικοί μάγκες, οι οποίοι έσερναν στη γη με σχοινί μεγάλη προσωπογραφία του Όθωνα, που κάποιος τους την είχε δώσει για να την διαπομπεύσουν.

Όλα τα χαμίνια έφθασαν στον στρατώνα, οι στρατιώτες, οι πολίτες, τα παδιά αποτελούσαν μια συνωστιζόμενη μάζα που φώναζε, περιγελούσε, έψελνε κωμικά, νεκρώσιμα τροπάρια ή τραγουδούσε. Ένα χαμίνι κρέμασε την εικόνα του Βασιλιά και ένα υπαξιωματικός την πυροβόλησε κάτω από τους καγχασμούς της μάζας.  

Αμέσως, όλοι άρχισαν με αλλαλαγμούς να πυροβολούν την εικόνα του “Τυράννου”. Έτσι, κουρελιασμένη, καρατρυπημένη, την ξαναπήραν οι μάγκες του Ναυπλίου και την περιέφεραν στην πόλη. Στρατός και λαός τραγουδούσαν:

 

“Έως πότε η ξένη ακρίδα

Έως πότε ο κουφός Βαυαρός

Να γυμνώση τη δόλια πατρίδα

Εγερθήτε, αδέλφια, καιρός!

Ο πατήρ τον υιόν να σπαράζη,

Αδελφός, αδελφόν να χτυπά,

και ο φίλος τον φίλον να σφάζη

Τίνος πλέον καρδιά το βαστά;”

 

Και ως επωδός του επαναστατικού αυτού τραγουδιού, τραγουδούσαν ένα άλλο που χλεύαζε τη βασίλισσα:

 

“Πέτα, Αμαλία, πέτα

δεν έχω πειά φτερά,

τα πήραν οι αντάρτες,

Δεν βασιλεύω πειά…”

 

Βλέποντας όλα αυτά άρχισα να φοβάμαι μήπως συμβεί επανάσταση ή σφαγές στην Αθήνα γι’ αυτό και αναζήτησα τον πρόξενο της Γαλλίας, ο οποίος ήταν ένας ευγενής Ναυπλιώτης ονόματι Αντωνόπουλος και τον ρώτησα:

-Μα τί συμβαίνει κύριε Πρόξενε;

-Τίποτε το σοβαρό. Αυτή τη νύχτα μάθαμε την εκθρόνιση του Βασιλιά, ήταν τύραννος!

Και ο Γάλλος καθηγητής συνεχίζει στο βιβλίο του “Αναμνήσεις”,

“ επί δύο ημέρες, υπήρξα το θύμα της επαναστάσεως, και ίσως περισσότερο από τον Όθωνα! Οι στρατιώτες γύριζαν την πόλη του Ναυπλίου και λεηλατούσαν τα καταστήματα. Όσοι πολίτες ήταν γνωστοί ως φιλοβασιλικοί, κρύφτηκαν στα υπόγεια. Η τρομοκρατία βασίλευε στο Ναύπλιο. Αν το βαπόρι δεν ερχόταν, θα την είχαμε άσχημα. Η μεγάλη Ενετική “Πύλη της Ξηράς” δεν έκλεινε όπως παλιά και εγώ περνούσα την ώρα μου περπατώντας μεταξύ Ναυπλίου και Άργους ή γύρω από τα κυκλώπεια τείχη, αναθεματίζοντας τον Πολύκλειτο και την Ήρα του, την Κλυταιμνήστρα, τον Αισχύλο, και όλη την ένδοξη αρχαιότητα και προπάντων την Γαλλική Ακαδημία των Επιγραφών που με είχε στείλει στο Ναύπλιο. Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν ήταν η παρουσία των εθελοντών που σχημάτιζαν περιπόλους για την όσο το δυνατόν, τήρηση της τάξης. Σιγά σιγά όμως οι στρατιώτες λιποτάκτησαν στα χωριά τους. Το βράδυ του Σαββάτου έμειναν στην πόλη ο Συνταγματάρχης και οι λοχαγοί. Το Ναύπλιο ανέπνευσε και οι άνθρωποι βγήκαν από τα υπόγεια που ήταν κρυμμένοι.

ΠΗΓΗ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ – ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ Ν