ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΩΡΕΑ ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

Τί γράφθηκε, τότε, στις Αθηναϊκές εφημερίδες

για τη δωρεά του Ευστάθιου Γλυμενόπουλου στο Μουσείο Ναυπλίου.

Βρισκόμαστε στις αρχές του 1900. Ουσιαστικά Μουσείο στην πόλη του Ναυπλίου δεν υπάρχει. Τυπικά στεγάζεται σε ένα μικρό χώρο (πιθανόν ένα γραφείο) του τότε Γυμνασίου Ναυπλίου, σημερινού Δημαρχείου. Έχουν περάσει περίπου 50 χρόνια στασιμότητας και αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στους τότε ιθύνοντες, και όλες οι προτάσεις για στέγαση του Μουσείου έχουν ναυαγήσει. Τον Ιούνιο του 1900  το θέμα του Μουσείου ανακινείται και ζητείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το κτίριο του Βουλευτικού. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1900, παραχωρείται «εις φρικώδη κατάστασιν». Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 1902 και στοίχισαν 10.000 δρχ, ποσό που διέθεσε η Αρχαιολογική Εταιρεία.

Το 1902, πραγματοποιείται η δωρεά του Ευστάθιου Γλυμενόπουλου. Δε γνωρίζουμε όμως εάν η δωρεά έχει σχέση με την αποπεράτωση των εργασιών και τη λειτουργία του αρχαιολογικού μουσείου στο Βουλευτικό ή εάν συνέπεσε χρονικά.

Ειδικότερα στις 12 Ιουνίου 1902 ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Α. Μομφεράτος απέστειλε επιστολή προς το Δήμαρχο Ναυπλίου Δημήτριο Τερζάκη, με την οποία του ανακοίνωνε ότι «Ό έκ Ναυπλίου καταγόμενος συγγενής μου κ. Ευστάθιος Γλυμενόπουλος μοι δηλοί δτι προσφέρει ώς δωρεάν είς τό Ναύπλιον προς πλουτισμόν τοΰ άρχαιολογικοΰ μουσείου αυτόθι σπουδαιοτάτην συλλογήν, ής σημείωσιν ευρίσκετε έγκλειστον ώδε». Η επιστολή τελείωνε με την ιδιόχειρη σημείωση του υπουργού: «Δέν θά ήτο άσκοπον άν ήρχεσθε ενταύθα ΐνα καί προσωπικώς συνενοηθώμεν».

Ο Δήμαρχος απάντησε αμέσως ότι αναμένει τον δωρητή και προτίθεται, μόλις αφιχθεί αυτός, να συγκαλέσει το Δημοτικό Συμβούλιο για να αποδεχθεί τη δωρεά και να εκδώσει αυτό «κατάλληλον ευχαριστήριον ψήφισμα».

Στο σημείωμα που συνόδευε την επιστολή του υπουργού καταγράφεται το περιεχόμενο της συλλογής ως εξής: 

«1) Πλήρης σχεδόν σειρά των Βυζαντινών νομισμάτων άπό Κωνσταντίνου τού Μεγάλου μέχρι τού τελευταίου Παλαιολόγου, χιλίων εκατόν τόν αριθμόν, έξ ών διακόσια χρυσά.

 2) Τριακόσια περίπου Πτολεμαίων, Αλεξάνδρων καί Γραικό – Ρωμαϊκά Αλεξανδρείας.

 3) Υπέρ τά χίλια Ελληνικά καί Ρωμαϊκά νομίσματα, μή άποτελοΰντα μέν έπιστημονικάς σειράς, αρκούντως όμως ένδιαφέροντα, ώς παριστώντα τά χαρακτηριστικά πλείστων έλληνικών πόλεων καί τάς προτομάς πάντων των Αύτοκρατόρων. 

4) Περί τά πεντακόσια Βενετικά καί Φραγκικά μετάλλια καί νομίσματα, έν οΐς τά κοπέντα άναμνηστικά διά τήν έκπόρθησιν Ναυπλίου καί άλλων Πελοποννησιακών φρουρίων. 

5) Τριακόσια μετάλλια καί νομίσματα των νεωτέρων χρόνων τής Ελλάδος, Τουρκίας καί των πλείστων Ευρωπαϊκών Κρατών καί τινα παλαιάς χρήσεως Τουρκικά καί Άβυσινιακά όπλα. 

6) Πάνθεον Αιγυπτιακόν έκ χαλκών καί όρειχαλκίνων ειδωλίων, πολλούς σκαραβαίους χάνδρας καί διάφορα αντικείμενα τής αρχαίας Αίγύπτου.

7) Διακόσια περίπου πήλινα ειδώλια, άγγεΐα, πινάκια κλπ. διαφόρων έλληνικών τόπων, χρόνων, σχημάτων καί παραστάσεων. 

8) Έν έκ των άποκτηθέντων έσχάτως δύο άγαλμάτων (τόν Ασκληπιόν μάλλον ή τόν Ηρακλή) έκ Μακεδονίας είσκομισθέντων καί άναφερομένων είς τήν δήλωσιν τής 15 Μαΐου». Δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί τα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου γι’ αυτή την περίοδο και έτσι είναι δύσκολο να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της όλης υπόθεσης.

Από τις δύο τελευταίες δημοσιεύσεις (1905), που έχουμε καταγράψει, καταλαβαίνουμε ότι μέχρι τότε δεν είχε το μουσείο Ναυπλίου παραλάβει τη δωρεά του κ. Γλυμενόπουλου. Η μία είναι μια αναφορά του κ. Γλυμενόπουλου όπου επιρρίπτει ευθύνες στη Γενική Εφορία Αρχαιοτήτων ενώ προτείνει τον ευατό του ως “τόσον ὡς Ἔφορον καὶ κλειδοκράτορα τοῦ Μουσείου, ὅσον καὶ ὡς ὁδηγὸν τῶν περιηγητῶν…”. 

Στην τελευταία δημοσίευση υπάρχει η απάντηση της Γενικής Εφορίας η οποία αντικρούει τα λεγόμενα του κ. Γλυμενόπουλου αναφέρει ότι στην προσπάθειά της να καταγράψει και παραλάβει τη δωρεά του, ο κ. Γλυμενόπουλος προέβαλλε επιπλέον όρους για τους οποίους η Γενική Εφορία δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει.

φωτό (Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου – Kostas Petsiotis)

Ο Ευστάθιος Γλυμενόπουλος (1833-1912) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ήταν διπλωματικός υπάλληλος και χρημάτισε πρόξενος στην Ήπειρο, Θεσσαλονίκη, Κάιρο, Σουέζ και Ανδριανούπολη. Δώρισε πλούσια αρχαιολογική συλλογή στα Μουσεία Αλεξάνδρειας και Ναυπλίου. Εργάσθηκε ως δικηγόρος στην Αίγυπτο. (Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, τόμ. 10,123).

 

Το Άστυ, αρ. φύλ. 3653, 10.01.1901: 2 

Η ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ κ. ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ 

Ἀξίζει 200,000 δραχμὰς Ζωηροτάτην ἐντύπωσιν ἐπροξένησεν εἰς τοὺς ἀρχαιολογικοὺς ἰδίᾳ κύκλους ἡ ὑπὸ τοῦ «Ἄστεως» ἀναγραφεῖσα εἴδησις τῆς δωρεᾶς πλήρους νομισματικῆς συλλογῆς ὑπὸ τοῦ κ. Γλυμενοπούλου εἰς τὸ Ἀβερώφειον Γυμνάσιον Ἀλεξανδρείας. Ἡ συλλογὴ ὑπολογίζεται, ὅτι ἔχει ἀξίαν ὑπερβαίνουσαν τὰς 200 χιλ. δραχμῶν, διότι πολλὰ τῶν νομισμάτων εἶνε σπανιώτατα, μὴ εὑρισκόμενα δ’ εὐκόλως καὶ εἰς αὐτὰ τὰ νομισματικὰ μουσεῖα τῆς Εὐρώπης. Ὁ κ. Γλυμενόπουλος εἶχε δωρήσει πρὸ ἐτῶν καὶ ἄλλην μικρὰν συλλογὴν νομισμάτων εἰς τὸ αἰγυπτιακὸν Μουσεῖον τοῦ Καΐρου, ἀλλ’ ἡ ἐσχάτως δωρηθεῖσα εἶνε ἀσυγκρίτως πολυτιμοτέρα, διότι καὶ πολλὰ τὰ νομίσματα ἔχει καὶ δυσεύρετα. Τὴν συλλογὴν ταύτην ἐσκέπτετο νὰ δωρήσῃ εἰς τὸ ἐνταῦθα Νομισματικὸν Μουσεῖον, ἀλλ’ ἐπροτίμησε τὸ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἀβερώφειον, διότι οἱ Ἕλληνες μαθηταὶ ἐπληθύνθησαν πολύ, ἄλλως τε θἀποτελῇ ἡ συλλογὴ αὕτη καὶ ἀληθὲς κόσμημα τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ κατ’ ἔτος πολλαπλασιαζομένου Ἑλληνισμοῦ. 

 

Εστία, αρ. φύλ. 38, 08.04.1901: 3 

ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ κ. ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

 Ὁ ἤδη ἐγκατασταθεὶς ἐν Ἀθήναις ὁμογενὴς κ. Γλυμενόπουλος ἀπεφάσισε κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἀποκαλυπτηρίων τοῦ ἀνδριάντος τοῦ Κολοκοτρώνη νὰ δωρήσῃ εἰς τὸ μουσεῖον Ναυπλίου σπουδαιοτάτην συλλογὴν ἐκ 250 χρυσῶν νομισμάτων ἐκ τῶν σπανιωτέρων τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς ἀπὸ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου μέχρι Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, ἀξίας 30 χιλ. δραχμῶν. Πλὴν τούτου ὁ κ. Γλυμενόπουλος εἰς τὴν ἐνταῦθα οἰκίαν του θὰ καταρτίσῃ μικρὸν μουσεῖον ἐκ διαφόρων ἀγαλμάτων καὶ ἰδίως ἐξόχου τέχνης ἀρχαίων κουκλῶν, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐξ Ἀλεξανδρείας. Ὁ κ. Γλυμενόπουλος, ὡς ἐδήλωσεν εἰς τὸν γεν. ἔφορον κ. Καββαδίαν, καὶ τὰς ἀρχαιότητας ταύτας θὰ δωρήσῃ βραδύτερον εἰς τὸ Κεντρικὸν Μουσεῖον. Ὁ κ. Γλυμενόπουλος ἐζήτησε νὰ καταγραφῶσι λεπτομερῶς παρ’ ἑνὸς ἐφόρου πᾶσαι αἱ ἀρχαιότητες καὶ τὰ νομίσματα, ἅτινα μετέφερεν ἐξ Ἀλεξανδρείας. 

 

Εστία, αρ. φυλ. 105, 14.06.1902: 4 

Η ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ κ. ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΤΙ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

 Ἐκ τοῦ ἐπισυνημμένου καταλόγου εἰς τὴν ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ὁμογενὴς κ. Ε. Γλυμενόπουλος ἀνήγγειλε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὴν μεγάλην δωρεάν του διὰ τὸ Μουσεῖον Ναυπλίου, δημοσιεύομεν σήμερον τὴν ἑξῆς περίληψιν τῶν περιεχομένων ἐν αὐτῇ νομισμάτων, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται τὸ μέγεθος τῆς δωρεᾶς. Ο ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ 1). Πλήρης σχεδὸν σειρὰ τῶν Βυζαντινῶν νομισμάτων ἀπὸ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου μέχρι τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου, χιλίων ἑκατὸν τὸν ἀριθμὸν, ἐξ ὧν διακόσια χρυσά. 2). Τριακόσια περίπου Πτολεμαίων, Ἀλεξάνδρων, καὶ Γραικο-Ῥωμαϊκὰ Ἀλεξανδρείας. 3). Ὑπὲρ τὰ χίλια Ἑλληνικὰ καὶ Ῥωμαϊκὰ νομίσματα, μὴ ἀποτελοῦντα μὲν ἐπιστημονικὰς σειρὰς, ἀρκούντως ὅμως ἐνδιαφέροντα ὡς παριστώντα τὰ χαρακτηριστικὰ πλείστων Ἑλληνικῶν πόλεων καὶ τὰς προτομὰς πάντων τῶν Αὐτοκρατόρων. 4). Περὶ τὰ πεντακόσια Βενετικὰ καὶ Φραγκικὰ μετάλλια καὶ νομίσματα, ἐν οἷς τὰ κοπέντα ἀναμνηστικὰ διὰ τὴν ἐκπόρθησιν τοῦ Ναυπλίου καὶ ἄλλων Πελοποννησιακῶν φρουρίων. 5). Τριακόσια μετάλλια καὶ νομίσματα νεωτέρων χρόνων τῆς Ἑλλάδος, Τουρκίας καὶ τῶν πλείστων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, καὶ τίνα παλαιᾶς χρήσεως Τουρκικὰ καὶ Ἀβυσινιακὰ ὅπλα. 6). Πάνθεον Αἰγυπτιακὸν ἐκ χαλκῶν καὶ ὀρειχαλκίνων εἰδωλίων, πολλοὺς σκαραβαίους, χάνδρας καὶ διάφορα ἀντικείμενα τῆς ἀρχαίας Αἰγύπτου. Διακόσια περίπου πήλινα εἰδώλια, ἀγγεῖα, πινάκια κ.λ.π. διαφόρων ἑλληνικῶν τόπων, χρόνων, σχημάτων καὶ παραστάσεων. 8). Ἓν ἐκ τῶν ἀγορασθέντων ἐσχάτως δύο ἀγαλμάτων (τὸν Ἀσκληπιὸν μᾶλλον ἢ τὸν Ἠρακλῆ) ἐκ Μακεδονίας εἰσκομισθέντων καὶ ἀναφερομένων εἰς τὴν ἀπὸ 15 Μαΐου δήλωσιν. 

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίαν τῆς δωρηθείσης συλλογῆς, περὶ τῆς ὁποίας ἐγράφη ὅτι ἐξετιμήθη εἰς 100 χιλιάδας φράγκων, δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι εἶνε κατὰ πολὺ μεγαλειτέρα. Δύναται δὲ περὶ τούτου νὰ κρίνῃ τὶς ἐκ τῶν ἑξῆς πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠδυνήθημεν νὰ λάβωμεν. Διὰ τὰ δύο ἀγάλματα –Ἀσκληπιοῦ καὶ Ἡρακλέους- προσεφέρθησαν, ὡς θετικῶς γνωρίζομεν, εἰς τὸν κ. Γλυμενόπουλον φρ. χρ. 16,000 ἐὰν ἤθελε νὰ τὰ μεταπωλήσῃ. Οἱ ἰδόντες ἐπίσης τὸ ἐξ ὀρειχαλκίνων εἰδωλίων Αἰγυπτιακὸν Πάνθεον καὶ γνωρίζοντες τὰς τιμὰς τῆς Αἰγύπτου, βεβαιοῦν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτηθῇ μὲ ὀλιγώτερον τῶν 20,000 φράγκων χρυσῶν. Τὸ κυριώτερον δὲ, ἔχοντες πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τὸν κατάλογον τῶν Βυζαντινῶν νομισμάτων τοῦ πρέσβεως τῆς Τουρκίας Φωτιάδου, παρατηροῦμεν ὅτι ἡ συλλογὴ αὕτη δὲν ἦτο παρὰ πολὺ ἀνωτέρα τῆς τοῦ κ. Γλυμενοπούλου, οὔτε κατὰ τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν οὔτε κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν χρυσῶν (ἅπερ καὶ τὰ ἀκριβώτερα), καὶ ὅμως ἡ συλλογὴ τοῦ Φωτιάδου ἐπωλήθη τετρακοσίας χιλιάδας χρυσῶν φράγκων. 

 

Το Άστυ, αρ. φύλ. 4166 (αντί 4167), 18.06.1902: 4 

ΕΚ ΝΑΥΠΛΙΟΥ (Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας) 16 Ἰουνίου 1902

Μετὰ συγκινήσεως ἀνέγνωσαν πάντες οἱ Ναυπλιεῖς τὴν ἡγεμονικὴν ὄντως δωρεὰν τοῦ κ. Γλυμενοπούλου πρὸς τὸ ἐνταῦθα ἀνεγειρόμενον Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον· διερμηνεύοντες τὰ αἰσθήματα τῆς ἡμετέρας πόλεως ἐκφράζομεν τὰς ἐγκαρδίους ἡμῶν εὐχαριστίας τῷ κ. Γλυμενοπούλῳ, εὐχόμενοι ὅπως εὕρῃ καὶ ἄλλους μιμητάς. 

 

Το Άστυ, αρ. φύλ. 4164, 15.06.1902: 3 

Η ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ κ. ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ 

Τί νομίσματα περιλαμβάνει Ὁ κ. Εὐστ. Γλυμενόπουλος μετὰ τῆς πρὸς τὸν κ. Μομφερρᾶτον ἐπιστολῆς, δι’ ἧς καθίστα γνωστόν, ὅτι δωρεῖται τὴν νομισματικήν του συλλογὴν εἰς τὸ ἐν Ναυπλίῳ ἱδρυόμενον Μουσεῖον, συνῆψε καὶ κατάλογον τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν πολυτίμων νομισμάτων, ἡ ἀξία τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδότων, ὑπερβαίνει τὰς 100 χιλιάδας φράγκων χρυσῶν. Ὁ κατάλογος τῆς δωρεᾶς ἔχει ὡς ἑξῆς: 1). Πλήρης σχεδὸν σειρὰ τῶν Βυζαντινῶν νομισμάτων ἀπὸ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου μέχρι τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου, χιλίων ἑκατὸν τὸν ἀριθμόν, ἐξ ὧν διακόσια χρυσᾶ. 2). Τριακόσια περίπου Πτολεμαίων, Ἀλεξάνδρων καὶ Γραικο-Ρωμαϊκὰ Ἀλεξανδρείας. 3). Ὑπὲρ τὰ χίλια Ἑλληνικὰ καὶ Ρωμαϊκὰ νομίσματα, μὴ ἀποτελοῦντα μὲν ἐπιστημονικὰς σειράς, ἀρκούντως ὅμως ἐνδιαφέροντα ὡς παριστῶντα τὰ χαρακτηριστικὰ πλείστων Ἑλληνικῶν πόλεων καὶ τὰς προτομὰς πάντων τῶν Αὐτοκρατόρων. 4). Περὶ τὰ πεντακόσια Βενετικὰ καὶ Φραγκικὰ μετάλλια καὶ νομίσματα, ἐν οἷς τὰ κοπέντα ἀναμνηστικὰ διὰ τὴν ἐκπόρθησιν τοῦ Ναυπλίου καὶ ἄλλων Πελοποννησιακῶν φρουρίων. 5). Τριακόσια μετάλλια καὶ νομίσματα νεωτέρων χρόνων τῆς Ἑλλάδος, Τουρκίας καὶ τῶν πλείστων Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, καί τινα παλαιᾶς χρήσεως Τουρκικὰ καὶ Ἀβησσυνιακὰ ὅπλα. 6). Πάνθεον Αἰγυπτιακὸν ἐκ χαλκῶν καὶ ὀρειχαλκίνων εἰδωλίων, πολλοὺς σκαραβαίους, χάνδρας καὶ διάφορα ἀντικείμενα τῆς ἀρχαίας Αἰγύπτου. 7). Διακόσια περίπου πήλινα εἰδώλια, ἀγγεῖα, πινάκια κλπ. διαφόρων ἑλληνικῶν τόπων, χρόνων, σχημάτων καὶ παραστάσεων. 8). Ἓν ἐκ τῶν ἀγορασθέντων ἐσχάτως δύο ἀγαλμάτων (τὸν Ἀσκληπιὸν μᾶλλον ἢ τὸν Ἠρακλῆ), ἐκ Μακεδονίας εἰσκομισθέντων καὶ ἀναφερομένων εἰς τὴν ἀπὸ 15 Μαΐου δήλωσιν. 

 

Εστία, αρ. φύλ. 139, 18.07.1902

Η ΔΩΡΕΑ ΤΟΥ κ. ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ

 Ἐκοινοποιήθη χθὲς εἰς τὸν κ. Ε. Γλυμενόπουλον ἡ ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν (Οἰκονομικῶν καὶ Παιδείας) ἀποδοχὴ τῆς δωρεᾶς τῶν ἀρχαιολογικῶν συλλογῶν του διὰ τὸ Μουσεῖον Ναυπλίας. Καθυστέρησε δὲ ἡ κοινοποίησις αὔτη ἕνεκα τῆς ἀμέσως τὴν ἐπιοῦσαν διὰ τὰ λουτρὰ ἀναχωρήσεως τοῦ κ. Γλυμενοπούλου· ἔχει δὲ ἐπὶ λέξει ὡς ἑξῆς: Ἐν Ἀθήναις 17 Ἰουνίου 1902. Ἐλάβομεν γνῶσιν τῆς ἀπὸ 12 Ἰουνίου ἀναφορὰς ὑμῶν, δι’ ἧς γνωρίζετε ἡμῖν ὅτι δωρεῖσθε, ὅπως κατατεθῇ ἐν τῷ Μουσείῳ Ναυπλίας τὸ πλεῖστον καὶ πολυτιμότατον μέρος τῆς ἰδιοκτήτου συλλογῆς σας, καὶ ἀνακοινοῦμεν ὑμῖν, ὅτι εὐγνωμόνως ἀποδεχόμεθα τὴν δωρεὰν ταύτην. Διὰ τὴν γενναιόφρονα καὶ φιλοπάτριδα πρᾶξιν ὑμῶν, δ’ ἧς συλλογὴ τόσον πλουσία καὶ τόσον πολύτιμος θέλει περιέλθῃ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους καὶ θέλει ἀποτελέσει ἀποκτῆμα μοναδικὸν διὰ τὸ ἱδρυόμενον Μουσεῖον, παρακαλεῖσθε νὰ δεχθῆτε τὰ θερμὰ συγχαρητήρια καὶ τὰς εὐχαριστίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν τῇ δωρεᾷ ταύτῃ διαβλέπει πρᾶξιν εὐγενεστάτην καὶ πλήρη εἰλικρινοῦς καὶ ἀδόλου ἀγάπης πρὸς τὴν ἡμετέραν πατρίδα καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Ναυπλίου. ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ τῶν Οἰκονομικῶν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Φ. Νέγρης Α. Μομφεράτος Χαρακτηριστικὸν δὲ τῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ δωρεὰ αὕτη, εἶνε ὅτι ὁ ἐξάδελφος τοῦ δωρητοῦ ταμίας Λεβαδείας κ. Κ. Γεωργαντάκης παρέδωκεν εἰς τὸν κ. Γλυμενόπουλον σπάνιον διὰ τὸ μέγεθός του καὶ τὴν ὡραιότητα καὶ τὸν ῥυθμὸν κρατῆρα ἐκ Καδμείας προερχόμενον, ὅστις θὰ στολίσῃ τὴν αἴθουσαν τοῦ ἐν Ναυπλίῳ Μουσείου, ὅπου θὰ τοποθετηθῶσι καὶ αἱ συλλογαὶ Γλυμενοπούλου. Καθ’ ἃς δ’ ἔχομεν πληροφορίας, ὁ κ. Γλυμενόπουλος διαπραγματεύεται καὶ θ’ ἀποκτήσῃ διὰ τὸν αὐτὸν εὐγενῆ καὶ πατριωτικὸν σκοπὸν τῆς προσφορᾶς εἰς τὸ Ἔθνος καὶ ἄλλας πολυτίμους ἀρχαιότητας μοναδικὰς εἰς τὸ εἶδος τῶν, αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. 

 

Εστία, αρ. φύλ. 3938, 22.01.1905

ΜΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ κ. ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ 

Πρὸς τοὺς κυρίους Θ. Π. Δηλιγιάννην Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Κ. Καραπάνον ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Εἶχον λόγους διὰ νὰ ἀνακαλέσω τὴν εἰς τὸ Μουσεῖον Ναυπλίας δηλωθεῖσαν δωρεὰν τῶν ἀρχαιολογικῶν συλλογῶν μου· ἀδιαφόρησε δὲ καὶ ἡ Γενικὴ Ἐφορία νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀπογραφήν των. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀνεβλήθη μέχρι τοῦδε ἡ πραγματοποίησις τῆς δωρεᾶς ταύτης. Ἀλλ’ ὅσον πολλοὶ καὶ σπουδαῖοι ἦσαν οἱ λόγοι τῆς ἀναβολῆς, ὀφείλουν νὰ ἐκλείψωσιν ἅπαντες ἀπέναντι τῆς ἐπικειμένης καὶ τῆς τόσον ἐνδιαφερούσης Ἔθνος τε καὶ Ἐπιστήμην, συγκλίσεως τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συνεδρίου. Ἐγὼ δὲ ὁ Ναυπλιεὺς καὶ ἀρχαιόφιλος ὁ συντελέσας ἄνευ μεγάλης ἀνάγκης μου, εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Δημοτικοῦ Μουσείου, καὶ ὁ ἱδρύσας τὸ ἄλλο ἐν τῷ Ἀβερωφείῳ Γυμνασίῳ, θὰ ἤμην ἀξιοκατάκριτος νὰ μὴ προικίσω, μὲ ὅ,τι ἀπολύτως χρειάζεται, τὸ Μουσεῖον τῆς γενετείρας μου πόλεως, ὅταν ἐνδείκνυται τοῦτο ἀπαραιτήτως, καὶ ὅταν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ καταρτίσω δεόντως παρουσιάσιμον καὶ μὲ τινας εἰδικότητας, δυναμένας νὰ προσελκύωσι τοὺς σπουδαίους ἀλλοδαποὺς ἐπισκέπτας, καὶ ἀναχαιτίσωσι τὴν ἀπειλουμένην εἰς τὸ κλεινὸν – Ἀναπλάκι περαιτέρω κατάπτωσιν. Προτιθέμενος λοιπὸν νὰ προβῶ εἰς τὸ ἔργον, λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ παρακαλέσω τὰς Ὑμετέρας Ἐξοχότητας νὰ ἀναμνησθῶσι καὶ ἐκτελέσωσι τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐδήλωσα τὴν δωρεὰν, εὐκολωτάτους ἄλλως τε ὅσον καὶ ἀναποφεύκτους. Πρὸ παντὸς εἴχα ζητήσει ἀσφαλῆ καί πως ἐγγυημένη τὴν φύλαξιν τῶν παραδοθησομένων ἀντικειμένων καὶ νομισμάτων (καθόσον ἡ ἀξία αὐτῶν δὲν εἶνε ἐλάσσων τῶν 60.000 δραχ.) σήμερον ὅμως διὰ τὸ κατεπεῖγον τοῦ πράγματος καὶ ἵνα διευκολύνω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὅρου τούτου, προτείνω τὸν ἑαυτόν μου τόσον ὡς Ἔφορον καὶ κλειδοκράτορα τοῦ Μουσείου, ὅσον καὶ ὡς ὁδηγὸν τῶν περιηγητῶν, καθότι γινώσκω εὐρωπαϊκὰς γλώσσας καὶ (ἀρκούντως διὰ νὰ τὰς ἐπεξηγῶ) τὰς ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ νομισμάτων μου εἰκόνας καὶ παραστάσεις. Ἐννοῶ ὅμως τὸ ὑπούργημα τοῦτο νὰ μοὶ δοθῇ ἄνευ ἀντιμισθίας, τόσο διότι δὲν ἔχω αὐτῆς καμμία ἀνάγκην, ὅσον καὶ διὰ νὰ μὴ ἐγερθῇ παραπόνον ὑπὸ τοῦ στερηθησομένου τῆς θέσεως ταύτης ἐξ αἰτίας μου. Δεύτερον καὶ κυριώτερον εἴχα ζητήσει νὰ μεταφερθῶσιν εἰς Ναύπλιον αἱ ἐν μιᾷ μικρᾷ γωνίᾳ τοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου Ἀθηνῶν κείμεναι ἀνωφελῶς Ναυπλιακαὶ ἀρχαιότητες, καθὼς καὶ τὰ τριπλᾶ (ἂν ὄχι τὰ διπλᾶ) νομίσματα τῶν Πελοποννησιακῶν πόλεων, ἵνα συμπληροῦντα μετὰ τῶν ἐμῶν τὴν πελοποννησιακὴν σειρὰν, ἀποτελέσωσι μετὰ τῆς ἄλλης καλῆς τῶν Βυζαντινῶν μου, δύο σπουδαίας καὶ ἀναγκαιοτάτας δι’ ἐπαρχιακῶν Μουσείων εἰδικότητας. Θὰ παρακαλέσω, ἐκτὸς τούτου νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὰ ἐρμάρια, θήκας, βάθρα καὶ λοιπὰ ἀπαιτούμενα πρὸς εὐπρεπῆ ἐμφάνισιν καὶ τοποθέτησιν τῶν συλλογῶν μου· ἀκούων δὲ τὴν δυσχέρειαν τῶν οἰκονομικῶν της, δηλῶ ὅτι προθύμως θὰ συνεισφέρω καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο, ἵνα μὴ παρέλθῃ ἐπὶ ματαίῳ τὸ μόλις, ἐπαρκοῦν μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ Συνεδρίου χρονικὸν διάστημα. Μὲ τὴν ἐλπίδα εὐμενοῦς ὑποδοχῆς τῶν παρακλήσεών μου, δράττομαι τῆς περιστάσεως νὰ ἐπαναλάβω τὸ πρὸς τῶς ὑμετέρας Ἐξοχότητας ἀπεριόριστον σέβας μου. Ὁ εὐπειθέστατος δημότης Ναυπλίας Σ. Γλυμενόπουλος Σ. Ε. Ἀπέναντι τῆς ἰδέας καὶ τοῦ ὕφους τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, καὶ γνωρίζοντες τὴν παροιμιώδη μετριοφροσύνην τοῦ φίλου ἡμῶν (τοῦ ἐπικληθέντος Δωρεολάθα) ἀπέχομεν παντὸς σχολίου, καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἀπαραιτήτου «εὖγε» καὶ «ὑπέρευγε». Ὅμως δὲν πιστεύομεν νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς Ἕλλην ὁ μὴ ἀναγνωρίζων, ὅτι διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐγένετο ἡ πρώτη πρακτικὴ ἐνέργεια, ἀναφορικῶς τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἐδόθη ἓν καλὸν μάθημα εἰς τὰς συνιστωμένας ἑκάστοτε Ἐπιτροπὰς, περὶ τοῦ ὅτι καὶ χωρὶς αὐτὰς, ἓνας μόνος ἄνθρωπος ὅταν θέλῃ μὲ τὰ σωστά του, φέρει ἀμέσως εἰς πέρας καὶ τὴν δυσκολωτέραν ὑπόθεσιν.

 

Νέον Άστυ, αρ. φύλ. 1128, 25.01.1905

 

Η ΔΩΡΕΑ ΓΛΥΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ

 Παρεκλήθημεν ν’ ἀνασκευάσωμεν ἀνακρίβειαν ὑπάρχουσαν ἐν τῇ προχθὲς δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ «Ἑστίᾳ» ἀναφορᾷ τοῦ κ. Γλυμενοπούλου, ὅτι δηλ. ἡ Γενικὴ Ἐφορεία ἐπέδειξεν ἀδιαφορίαν πρὸς καταγραφὴν τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Γλυμενοπούλου δωρηθείσης ἀλλὰ μὴ παραδοθείσης ἔτι ἀρχαιολογικῆς συλλογῆς του. Ἡ Γενικὴ Ἐφορεία τῶν Ἀρχαιοτήτων δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ καταγράψῃ τὴν συλλογήν, διότι τὰ ἐν αὐτῇ ἀρχαῖα εὑρίσκονται καταγεγραμμένα ἐν ἰδίῳ καταλόγῳ ἀποκειμένῳ ἐν τῷ ἀρχείῳ αὐτῆς. Ὁ μεταβὰς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Γλυμενοπούλου ἔφορος ἀρχαιοτήτων εἶχεν ἐντολὴν νὰ συντάξῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς ἐν ᾧ πάντως ἔδει ν’ ἀναγράφωνται πάντα τὰ ἀρχαῖα τὰ δωρούμενα. Ἀλλ’ ὁ κ. Γλυμενόπουλος ἐδήλωσε τότε ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ παραδώσῃ τὴν συλλογὴν πρὶν ἢ ἐκπληρωθῶσιν ὅροι τινὲς οὓς προέβαλλεν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν προτεινομένων ὅρων δὲν ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς Γενικῆς Ἐφορείας, διεκόπη ἡ σύνταξις τοῦ πρωτοκόλλου τῆς παραλαβῆς τῶν ἀρχαίων, ἅτινα ἐξακολουθεῖ ἔτι νὰ κατέχῃ μέχρι σήμερον ἐν τῇ οἰκίᾳ του ὁ κ. Γλυμενόπουλος.